Είναι γεγονός ότι τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα δεν προσφέρουν μόνο ανώτατη εκπαίδευση (ανώτατη ως προς τη βαθμίδα όχι ως προς την ποιότητα) αλλά επιτελούν και μία άλλη λειτουργία. Μέσα στο προστατευόμενο περιβάλλον ενός κρατικού ιδρύματος και με τη γονεϊκή επιχορήγηση, ο Έλλην μετ-έφηβος μπορεί να ασκείται στην αγαπημένη του γυμναστική, την επαναστατική, έχοντας την ηθική ικανοποίηση, όταν αργότερα θα γίνει κι αυτός ένα γρανάζι του συστήματος, ότι έριξε κι αυτός κανά δυο επαναστατικές τουφεκιές πριν παραδοθεί.
Έτσι, κι εμείς, στις αρχές της δεκαετίας του 90, ζούσαμε τον επαναστικό αναβρασμό. Αφορμή ένα νομοσχέδιο που έφερε προς ψήφιση ο τότε υπουργός της Ν.Δ. Κοντογιαννόπουλος και μετά από αυτό ένα άλλο, ελαφρώς παραλλαγμένο, του διαδόχου του, Γιώργου Σουφλιά. Φυσικά, όλοι εμείς οι ανήσυχοι προοδευτικοί νέοι ήμασταν μαχητικά αντίθετοι. Όχι ότι καθήσαμε να τα διαβάσουμε. Εδώ με το ζόρι διαβάζαμε για να περάσουμε τα μαθήματα, νομοσχέδια θα διαβάζαμε; Μας αρκούσε ότι τα έφερε προς ψήφιση η κυβέρνηση. Μία κυβέρνηση που φέρνει προς ψήφιση νομοσχέδια στη Βουλή και έχει την παράλογη απαίτηση αυτά να γίνονται νόμοι -ειδικά αν αυτή η κυβέρνηση είναι δεξιά- προφανώς επιδεικνύει προκλητικό θράσος που δεν πρέπει να μείνει αναπάντητο από τον πάντα ετοιμοπόλεμο φοιτητή.
Μετά από μία σειρά μαχητικών συνελεύσεων, πορειών και καταλήψεων στη διάρκεια του εξαμήνου, ήρθε η ώρα να πάρουμε ένα σημαντικό μάθημα που η ως τότε μικρή πείρα μας δεν μας είχε διδάξει: ο αγώνας απαιτεί θυσίες. Η πρώτη και καλύτερη θυσία ήταν ότι ξαφνικά, κι ενώ κανείς δεν το περίμενε, χάσαμε την εξεταστική του Φεβρουαρίου. Ειδικά για μένα η θυσία ήταν μεγαλύτερη, γιατί είχα μπει στο δεύτερο έτος χρωστώντας τα περισσότερα μαθήματα του πρώτου. Έχοντας περάσει ένα εξάμηνο με φουλ μελέτη ήρθε η κατραπακιά της απώλειας της εξεταστικής για την οποία είχα προετοιμαστεί αρκετά καλά.
Στο ξεκίνημα του εαρινού (4ου) εξαμήνου μάθαμε ότι θα γινόταν άλλη μία συνέλευση για να συζητηθούν οι εξελίξεις και να συζητηθεί η περαιτέρω μορφή δράσης. Αυτό σε απλά νεοελληνικά σήμαινε ότι οι αριστερές οργανώσεις θα κατέβαζαν πρόταση για νέες καταλήψεις. Ήταν κάτι που τρόμαξε τους πολλούς, ακόμη και αυτούς που μέχρι τότε ήταν αδιάφοροι. Πήγα στο μάθημα πριν από τη συνέλευση με το μυαλό στη συνέλευση. Σκεφτόμουν να πάω και να καταψηφίσω την πρόταση για συνέχιση των καταλήψεων. Αυτό όμως σήμαινε ότι θα έπρεπε να ψηφίσω την πρόταση της δεξιάς παράταξης κι αυτό ήταν κάτι που μου προκαλούσε ανατριχίλα.
Στο μάθημα βρήκα τον Λεωνίδα, ένα γιγαντόσωμο αλλά καλόκαρδο συμφοιτητή, ανένταχτο αριστερών πεποιθήσεων όπως κι εγώ, που θρηνούσε κι αυτός την απώλεια της εξεταστικής. Στο διάλειμμα μου εκμυστηρεύτηκε ότι σκόπευε να πάει στη συνέλευση για να ψηφίσει κατά της συνέχισης των καταλήψεων και τότε του εκμυστηρεύτηκα κι εγώ ότι σκοπεύω να κάνω το ίδιο. Μόνο που εγώ παρουσιάζα λίγες αντιστάσεις παραπάνω από τον ήδη αποφασισμένο Λεωνίδα.
- Μα θα ψηφίσουμε ΔΑΠ ρε Λεωνίδα; του λέω
- Δεν ξέρω ΔΑΠ και ξεΔΑΠ. Εγώ ξέρω ότι δεν μπορώ να χάσω κι άλλο εξάμηνο, με αποστόμωσε.
Στη συνέλευση, δεν πίστευα στα μάτια μου. Επικρατούσε ένα εντελώς διαφορετικό κλίμα από αυτό που είχαμε συνηθίσει μέχρι τώρα. Οι συμμετέχοντες ήταν εμφανώς λιγότεροι από τις άλλες φορές, ενώ το αγωνιστικό φρόνημα παρουσίαζε εμφανή κάμψη.
Η αλήθεια είναι ότι οι άλλοτε μαχητικοί και λαλίστατοι αριστεροί συνδικαλιστές με απογοήτευσαν σφόδρα έτσι κουμπωμένους και μουδιασμένους που τους είδα. Περίμενα ένας τουλάχιστον από αυτούς να βγει και να φωνάξει με παρρησία:
- Τι περιμένατε ρε παιδιά; Αγώνας χωρίς θυσίες δεν υπάρχει. Αγωνιστήκαμε για ένα δίκαιο σκοπό και θυσιάσαμε μία εξεταστική γι’ αυτό. Δεν μπορούμε να έχουμε και την πίτα ολάκερη και το σκύλο χορτάτο.
Κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Αντιθέτως, πολλοί και διάφοροι πήραν το λόγο και προσπάθησαν να εξηγήσουν -σχεδόν απολογούνταν- γιατί και πώς χάθηκε η εξεταστική, ενώ η εκπρόσωπος της ΔΑΠ, με ολίγη χαιρεκακία, τόνιζε ότι εκείνη είχε τονίσει τον κίνδυνο όταν ψηφίζαμε καταλήψεις, αλλά κανείς δεν την έλαβε υπόψη του.
Αφού ανταλλάχτηκαν κάποιες απόψεις ακόμη, σε πολιτισμένο πάντα πνεύμα, κάποιος έδωσε το σύνθημα, κάτι σαν “άντε να ψηφίσουμε τώρα;” σαν να έλεγε “να τελειώνει κι αυτή η υποχρέωση, να πάμε στα σπιτάκια μας”
Η ψηφοφορία γινόταν ως εξής: δύο καταμετρητές στέκονταν εκατέρωθεν της σειράς εδράνων και ζητούσαν από τους φοιτητές που κάθονταν στη συγκεκριμένη σειρά να σηκώσουν τα χέρια. Μετρούσαν τα υπέρ και τα κατά, φώναζαν τα νούμερα και ένας άλλος τα έγραφε στον πίνακα. Μετά οι καταμετρητές ανέβαιναν ένα σκαλί, στην επόμενη σειρά εδράνων, μετρούσαν τις ψήφους κ.ο.κ.
Εγώ και ο Λεωνίδας καθόμασταν στα τελευταία έδρανα. Μέχρι να φτάσουν στη δικιά μας σειρά, εγώ έπρηζα το Λεωνίδα για το απονενοημένο διάβημα που επρόκειτο να κάνουμε:
- Ρε Λεωνίδα, θα ψηφίσουμε δεξιά;
- Ηρέμησε, δεν ψηφίζουμε για κυβέρνηση.
- Θα τρίζουν τα κόκαλα του παππού μου σε όποια βουνοπλαγιά κι αν είναι θαμμένα. Σου είπα ότι ο παππούς μου σκοτώθηκε στον εμφύλιο;
- Ε, εκεί που είναι ασ’τα να τρίζουν. Μήπως πρόκειται να τα ακούς; Το πολύ-πολύ να ενοχλούν τα αγρίμια του δάσους.
Εν τω μεταξύ μέχρι να φτάσει η ψηφοφορία στα μεσαία έδρανα, η πλάστιγγα φαινόταν ότι έγερνε ξεκάθαρα κατά της πρότασης για καταλήψεις.
- Αν το πάμε έτσι, δεν θα χρειαστεί να τρίξουν τα κόκαλα του παππού σου, κάγχασε ο Λεωνίδας.
Όταν ψήφιζαν οι μπροστινοί από εμάς, ο αγώνας είχε πια κριθεί. Ακόμη κι αν οι τελευταίες σειρές εδράνων ψήφιζαν παμψηφεί την αριστερή πρόταση, αυτή δεν είχε καμία ελπίδα να επικρατήσει. Έτσι, λοιπόν, όταν οι καταμετρητές στάθηκαν στην άκρη της σειράς μας, εγώ κι ο Λεωνίδας σηκώσαμε περήφανοι τα χέρια μας ψηφίζοντας υπέρ της πρότασης των αριστερών παρατάξεων για συνέχιση των καταλήψεων! Μόλις κατεβάσαμε τα χέρια κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο, κρατώντας τα γέλια μας.
- Άντε, φτηνά τη γλιτώσαμε, μου είπε όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, ανακουφισμένοι που σώσαμε ταυτόχρονα και το εξάμηνο και την αριστερή μας συνείδηση.
Έξω από το αμφιθέατρο, συναντήσαμε την Κωνσταντίνα, μία συμφοιτήτρια, μονίμως αγχωμένη με τα μαθήματα, που είχε μάθει λίγο καθυστερημένα ότι γίνεται συνέλευση και ήρθε έντρομη να ψηφίσει κατά των καταλήψεων.
- Τι ψηφίσατε; Θα έχουμε πάλι καταλήψεις;
- Όχι! Αν είναι δυνατόν! Ψήφισαν την πρόταση της ΔΑΠ! είπα εγώ με προσποιητή αγανάκτηση.
Κούνησε το κεφάλι της:
- Ρε δεν κόβετε τις αριστερές μαλακίες λέω εγώ, να περάσουμε κανά μάθημα;